Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

Τί υπογράφουμε στους Διαλόγους;



ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ  ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ (ΕΚ)ΠΤΩΣΕΙΣ
ΣΤΟ
PORTO
ALEGRE
Εισαγωγή
       Η παρακάτω παρουσίαση βασίζεται σε μια κριτική που άσκησαν οι Αγιορείτες Πατέρες (Φεβρουάριος 2007) για τη συμμετοχή των Ορθοδόξων γενικώς στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών», (Π.Σ.Ε.)  ως Υπόμνημα της «Επί των Δογμάτων Ιεροκοινοτικής Επιτροπής». Μέσα σ' αυτό, καταπολεμούνται κυρίως όσα υπεγράφησαν στην Θ΄ Γενική Συνελεύση του Π.Σ.Ε. στο Porto Alegre της Βραζιλίας το Φεβρουάριο του 2006, σαν πιο τελευταίος (και πιο οδυνηρός) «καρπός» του Π.Σ.Ε.
        Ειδική Συνοδική Επιτροπή του Οικουμενικού Πατριαρχείου ΚΠόλεως εξέδωσε απάντηση στο παρόν Υπόμνημα των Αγιορειτών, πολλούς μήνες μετά, δημοσιευθείσα και στο Περιοδικό «Θεοδρομία», χωρίς όμως να μπορέσει να αντιμετωπίσει τα επιχειρήματα αυτού του Υπομνήματος εναντίον της συμμετοχής των Ορθοδόξων στο Π.Σ.Ε.
        Εδώ έχει γίνει απομόνωση μόνο των σημείων της κριτικής των Αγιορειτών που αφορούν στη Γενική Συνέλευση του Πόρτο Αλέγκρε, με προσθήκη μερικών δικών μας διευκρινίσεων και επεκτάσεων.
        Όπου υπήρξε δυνατό, προστέθηκαν και τα αυθεντικά κείμενα, στα αγγλικά. Οι «εμφάσεις» των κειμένων είναι δικές μας.
 

Σχόλιον
       Δεν θα σχολιάσουμε πολλά, διότι θα γίνουν τα επί μέρους σχόλια παρακάτω· παρακαλούμε μόνον να γίνουν αντιληπτά από τους αναγνώστες δύο πράγματα: (α) το βάρος απωλείας των ψυχών ορθοδόξων και ετεροδόξων, το οποίο προέρχεται από την υπογραφή αιρετικών κειμένων από Ορθοδόξους. Όσοι στο μέλλον θα διαβάζουν κείμενα αιρετικά υπογεγραμμένα από Ορθοδόξους Κληρικούς ή άλλους αντιπροσώπους, θα υφίστανται τη βλαβερώτατη επίδραση της πεποιθήσεως, ότι η Ορθοδοξία ταυτίζεται με τις αιρετικές πλάνες και ότι δεν πιστεύει για τον εαυτό της κάτι ανώτερο από τις ετερόδοξες κοινότητες· (β) το βάρος μιας υπογραφής καθ' εαυτήν· η υπογραφή (ως «χαρακτήρ» μιας υποστάσεως, ενός προσώπου) επέχει τη θέση του υπογράφοντος, ως εικόνα του. Δια τούτο όσοι στους αρχαίους διωγμούς αρνούνταν τον Χριστόν εγγράφως, υπογράφοντας κάποιον σχετικό λίβελλο, για να αποφύγουν το μαρτύριο, θεωρούνταν «πεπτωκότες» («lapsi») με την ιδιαίτερη ονομασία «λιβελλοφόροι» («libellatici»). Συνειδητοποιώντας τούτο, οι προδώσαντες την ομολογία της αληθείας στη σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας (1438 μ.Χ.) όταν επέστρεψαν στήνΒασιλεύουσα μετενόησαν πικρώς για την υπογραφή τους.
Παραθέτουμε δύο κείμενα σχετικά με τα ως άνω δύο σημεία.

● Από τον Βίο του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού
       Πρόκειται περί της προσπαθείας των απεσταλμένων του αιρετικού Πατριάρχου ΚΠόλεως Πέτρου και του Αυτοκράτορος Κώνσταντος Β΄ να πείσουν τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, ενώ ήταν εξόριστος στο κάστρο της Βιζύης της Θράκης, το έτος 656 μ.Χ., να αποδεχθεί την ένωση με τους μονοθελήτες. Επικεφαλής των αιρετικών αντιπροσώπων ήταν ο Θεοδόσιος Καισαρείας· στο συγκεκριμένο τμήμα του διαλόγου γίνεται λόγος περί ενός μονοθελητικού βασιλικού διατάγματος του Κώνσταντος Β΄, του «Τύπου» (648 μ.Χ.).
       «Και αφού επάγωσαν από αυτά που άκουσαν [από τον Άγιο Μάξιμο], έσκυψαν κάτω τα κεφάλια και εσίγησαν επί αρκετήν ώρα· αφού ανεσήκωσε το κεφάλι και ατένισε στον αββά Μάξιμο, είπε ο επίσκοπος Θεοδόσιος: Εμείς θα γράψουμε για χάρη σου στο δεσπότη μας τον Βασιλέα, ότι αν εσύ κοινωνήσεις με μας, θα ελαφρώσει τον «Τύπον». Αγιος Μαξιμος: Απέχουμε πολύ ακόμη ο ένας από τον άλλον · τί θα κάνουμε για την έκφραση που βεβαιώθηκε σε Σύνοδο, για το «ένα θέλημα», με την απόρριψη κάθε ενεργείας, από τον Σέργιο και τον Πύρρο; Θεοδοσιος: Εκείνο το έγγραφο κατέβηκε και αποβλήθηκε. Αγιος Μαξιμος: Κατέβηκε από τους λίθινους τοίχους, αλλά όχι από τις νοερές ψυχές. Αν δεχθούν την κατάκρισή τους, που εκτέθηκε στη Ρώμη από Σύνοδο με ευσεβή δόγματα και Κανόνες, έχει λυθεί το μεσότοιχο και δεν χρειαζόμαστε προτροπή».  (Περί των πραχθέντων εν τη πρώτη αυτού εξορία, ήτοι εν Βιζύη 12, PG 90, 145 B.C.)

● Απο την εκκλησιαστική ιστορία.
       «Άλλωστε, η επιστροφή [από τη Φλωρεντία] της ορθόδοξης αντιπροσωπείας στην Κπολη υπήρξε ερέθισμα για τη γενικότερη έκφραση της δυσφορίας της εκκλησιαστικής συνειδήσεως. Η ανάγνωση του "Όρου" της ενώσεως στις εκκλησίες αποδοκιμάσθηκε από όλους σχεδόν τους Ορθοδόξους, η αγανάκτηση των οποίων στράφηκε κυρίως εναντίον των συναινεσάντων με την υπογραφή τους στην προδοσία της Ορθοδοξίας. Πράγματι, η ένωση δεν βρήκε την ελάχιστη απήχηση στο ορθόδοξο πλήρωμα, όσοι δε την είχαν υπογράψει αναγκάσθηκαν να απολογούνται ή να αποδίδουν την υποχώρησή τους στις ασκηθείσες πιέσεις ή και να την αποκηρύττουν» (Βλ. Ιω. Φειδα, Εκκλησιαστική Ιστορία, τόμ. Β΄, Αθήναι 1994, σελ. 622).

 
ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ   ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ
(ΕΚ)ΠΤΩΣΕΙΣ

ΣΤΟ   ΠΟΡΤΟ  ΑΛΕΓΚΡΕ
«Απηλλαγμένοι λοιπόν
των αγκυλώσεων του παρελθόντος
και αποφασισμένοι να παραμείνωμεν ηνωμένοι και να εργασθώμεν από κοινού, εθέσαμεν, προ δύο ετών, κατά την διάρκειαν της Θ΄ Συνελεύ
σεως εν Porto Alegre Βραζιλίας, τας βάσεις μιας νέας περιόδου εις την ζωήν του Συμβουλίου, λαμβάνοντες υπ' όψιν το σημερινόν πλαίσιον των διεκκλησιαστικών σχέσεων, ως και τας σημειωθείσας εις τον οικουμενικόν χώρον σταδιακάς αλλαγάς.
Χαίρομεν, διότι εις το επίκεντρον των δραστηριοτήτων του Συμβουλίου ευρίσκεται πάντοτε το όραμα των εν αυτώ δραστηριοποιουμένων Εκκλησιών, δια την επίτευξιν, τη χάριτι του Θεού, της ενότητος εν τη αυτή πίστει και πέριξ της αυτής Ευχαριστιακής Τραπέζης».
Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος
(«Επίσκεψις» 685 [2008] 22-29)
 

Α. 
       Παραδεχόμαστε, ότι καλούμαστε (από Θεού) μαζί με τους Προτεστάντες και τους Μονοφυσίτες του Π.Σ.Ε. να είμαστε ή να γίνουμε  (είναι διφορούμενο) «η Μία Εκκλησία», που σημαίνει είτε ότι τώρα ούτε εμείς, ούτε εκείνοι είμαστε από μόνοι μας η «Μία Εκκλησία» (όπως ομολογούμε εμείς στο «Πιστεύω»), είτε ότι αποτελούμε ήδη την Εκκλησία από κοινού, έχοντας ανάγκη ο ένας τον άλλο με κοινή κλήση από Θεού, ως κομμάτια της τοιαύτης δήθεν «Μιας Εκκλησίας».
      Αυτό προκύπτει από τον τίτλο του κειμένου περί Εκκλησιολογίας, το οποίο υπήρξε από τις κυριότερες «επιτυχίες» της Θ' Γενικής Συνελεύσεως του Π.Σ.Ε. στο Porto Alegre.
Πηγή : 9th Assembly of WCC, Assembly Documents, Text on ecclesiology: Called to be the One Church. 
«Κείμενο περί εκκλησιολογίας: Κεκλημένοι να γίνουμε η Μία Εκκλησία»
" Text on ecclesiology: Called to be the One Church".


Β.
       Παραδεχόμαστε, μολονότι κεκαλυμμένως, στο Porto Alegre την προτεσταντική θεωρία της «αοράτου Εκκλησίας», δηλαδή ότι η δήθεν «πραγματική», «αόρατη Εκκλησία», που αποτελείται από διάφορα μέλη των διαφόρων χριστιανικών ομολογιών (αιρέσεων), είναι γνωστή μόνον στον Θεό και δεν ταυτίζεται με κάποια συγκεκριμένη ομολογία (Ορθοδόξους, Λατίνους, Προτεστάντες, Μονοφυσίτες).
        Φυσικώς η Ορθόδοξη Θεολογία (έξω από τις δηλώσεις του Porto Alegre) ταυτίζει αντιθέτως τα όρια της Εκκλησίας μόνον με τα όρια της Ορθοδοξίας· όποιος είναι εκτός Ορθοδόξου Εκκλησίας, είναι εκτός Εκκλησίας! Η ποικιλία των χαρισμάτων που αναφέρει ο Άγιος Απόστολος Παύλος (Α΄ Κορινθίους 12, 4ε.) ερμηνεύεται από το Π.Σ.Ε. στο Porto Alegre και ως ποικιλία δογμάτων (εφ' όσον μόνον περί τοιαύτης διαφοράς πρόκειται μεταξύ των μελών του Π.Σ.Ε.) και παροράται η διαπίστωση του Αποστόλου Παύλου «εις Κύριος, μία Πίστις, εν Βάπτισμα» (Προς Εφεσίους 4, 5 ).
Πηγή: 9th Assembly of WCC, Assembly Documents, Text on ecclesiology: Called to be the One Church, 3.
«Η Εκκλησία είναι Μία κατά το πρότυπο της ενότητος του Τριαδικού Θεού εν τη κοινωνία των θείων Προσώπων. Η Θεία Γραφή περιγράφει την κοινότητα των Χριστιανών ως Σώμα Χριστού, στο οποίο η αμοιβαία διαφορετικότητα [των μελών] είναι ουσιαστική για να είναι [το Σώμα] ένα όλον».
«The Church's oneness is an image of the unity of the Triune God in the communion of the divine Persons. Holy Scripture describes the Christian community as the body of Christ whose interrelated diversity is essential to its wholeness [...]».
 
Γ.
       Παραδεχόμαστε, ότι είναι νόμιμο και φυσιολογικό, είναι «θεία κλήσις» το να έχουμε ευρεία διαφορετικότητα (ευρείες διαφορές) με τους Προτεστάντες, χωρίς να σημαίνει ότι εμείς είμαστε Ορθόδοξοι και αυτοί αιρετικοί, αλλά είμαστε όλοι «εκκλησίες», απλώς με διαφορετικά δόγματα. Και πάλι εδώ αφίνεται αδιευκρίνιστη η υφή της διαφορετικότητας αυτής, αλλά είναι προφανές από τη συνάφεια του κειμένου, ότι η «νόμιμη» διαφορετικότητα αφορά στα θεμελιώδη δόγματα.
Πηγή: 9th Assembly of WCC, Assembly Documents, Text on ecclesiology: Called to be the One Church, 3.
«Έτσι ως ο λαός του Θεού, το Σώμα του Χριστού και ο ναός του Αγίου Πνεύματος, η Εκκλησία, καλείται να φανερώνει την μοναδικότητά της μέσα σε ευρεία διαφορετικότητα».
«Thus, as the people of God, the body of Christ, and the temple of the Holy Spirit, the Church is called to manifest its oneness in rich diversity».
Δ.
       Παραδεχόμαστε στο Porto Alegre την πρόταση του Π.Σ.Ε. να σεβόμαστε το «βάπτισμα» των αιρετικών «εκκλησιών» για το οποίο όμως η Παράδοση της Εκκλησίας μάς λέγει ότι είναι παντελώς άκυρο. Τούτο σημαίνει, ότι οι «εκκλησίες-μέλη» αποτρέπουν τους μεταστρεφομένους ("converts") από το Βάπτισμα, εφ' όσον τούτο θα συνιστούσε έλλειψη σεβασμού προς το βάπτισμα της προηγουμένης ομολογιακής κοινότητός τους.
Πηγή: 9th Assembly of WCC, Assembly Documents, Final report of the Special Commission on Orthodox Participation in the WCC, 18.
 Το Π.Σ.Ε. παραπέμπει σε ...
«περαιτέρω διερεύνησι των εξής θεμάτων: [...] γ΄. ο ρόλος του Π.Σ.Ε. στην ενθάρρυνσι των εκκλησιών να σέβωνται η μία το Βάπτισμα της άλλης και να βαδίζουν προς αμοιβαία αναγνώρισι του Βαπτίσματος».

Ε.
       Παραδεχόμαστε, ότι ως Εκκλησία έχουμε πρόβλημα, έχουμε «έλλειμμα»· δια τούτο υπογράψαμε ότι «ο ένας χωρίς τον άλλο είμαστε πτωχότεροι» (Ορθόδοξοι, Προτεστάντες και Μονοφυσίτες) και ότι «κάθε Εκκλησία πληροί την καθολικότητά της (=είναι πλήρης και αληθινή)» όχι από μόνη της αλλά «όταν ευρίσκεται σε κοινωνία με τις άλλες». Γι' αυτό και πρέπει να είμαστε «συμ-μαθητές» με τους αιρετικούς Προτεστάντες του Π.Σ.Ε.
        Φυσικά εδώ ανατρέπεται πασιφανώς η ορθόδοξη εκκλησιολογία περί πληρότητος (ολοκληρίας) της Καθολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως την ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως, «Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν», και αποδεχόμαστε την προτεσταντική «θεωρία των κλάδων», ότι δηλαδή όλοι είμαστε τμήματα, «κλάδοι» της Εκκλησίας, και καμμία «εκκλησία» μόνη της δεν είναι το δένδρο ή ο κυριότερος κορμός.
Πηγή: 9th Assembly of WCC, Assembly Documents, Text on ecclesiology: Called to be the One Church, 6-7.
«Κάθε εκκλησία είναι η καθολική Εκκλησία και όχι απλά μέρος της. Κάθε εκκλησία είναι η καθολική Εκκλησία, αλλά όχι ολόκληρη [η καθολική Εκκλησία]. Κάθε εκκλησία πληροί την καθολικότητά της, όταν ευρίσκεται εν κοινωνία με τις άλλες εκκλησίες. [...]  Ακόμη και τώρα που η συμμετοχή στην ίδια Ευχαριστία δεν είναι πάντοτε δυνατή, οι διηρημένες εκκλησίες εκφράζουν την [μεταξύ τους] αμοιβαία εκτίμησι  και όψεις της καθολικότητος, όταν προσεύχωνται υπέρ αλλήλων, μοιράζωνται τους πόρους, συμπαρίστανται η μία στην άλλη εν καιρώ ανάγκης, συναποφασίζουν, συνεργάζωνται για την δικαιοσύνη, την καταλλαγή και την ειρήνη, αλληλοεκτιμούν την συμ-μαθητεία που είναι σύμφυτη με το Βάπτισμα, και διατηρούν διάλογο εν όψει των διαφορών, αρνούμενες να ειπούν "χρείαν σου ουκ έχω" (Α΄ Κορ. 12, 21). Ο ένας χωρίς τον άλλον είμαστε πτωχότεροι».
Each church is the Church catholic and not simply a part of it. Each church is the Church catholic, but not the whole of it. Each church fulfils its catholicity when it is in communion with the other churches. [...] Even today, when eucharistic sharing is not always possible, divided churches express mutual accountability and aspects of catholicity when they pray for one another, share resources, assist one another in times of need, make decisions together, work together for justice, reconciliation, and peace, hold one another accountable to the discipleship inherent in baptism, and maintain dialogue in the face of differences, refusing to say "I have no need of you" (1 Cor.12:21). Apart from one another we are impoverished» 
ΣΤ.
       Εγκαταλείπουμε στο Porto Alegre μια βασική ορθόδοξη εκκλησιολογική αρχή, αποσιωπώντας το ότι η Εκκλησία δεν είναι κυρίως κοινότητα όσων πιστεύουν στον Χριστό (τούτο λέγουν οι Προστεστάντες και το υπογράψαμε στο Porto Alegre), αλλά είναι κυρίως αυτό τούτο το Σώμα του Χριστού.
Πηγή: 9th Assembly of WCC, Assembly Documents, Text on ecclesiology: Called to be the One Church, 4.
Η Εκκλησία ως κοινότης των πιστών δημιουργήθηκε από τον Λόγο του Θεού, διότι με την ακοή του κηρύγματος του Ευαγγελίου αφυπνίσθηκε η πίστις (Ρωμ. 10, 17), δια της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος.
«The Church as communion of believers is created by the Word of God, for it is through hearing the proclamation of the gospel that faith, by the action of His Holy Spirit, is awakened (Rom. 10:17).
Ζ.
        Παραδεχόμαστε, ότι τα διαφορετικά Δόγματα είναι «νόμιμα διαφορετικές διατυπώσεις της Πίστεως της Εκκλησίας», δηλαδή ότι τα δόγματα δεν διαχωρίζουν μεταξύ Ορθοδοξίας και αιρέσεως, και ότι οι δογματικές διαφορές δεν πρέπει να επιλυθούν με θεολογικό διάλογο, αλλά να «ξεπερασθούν με πίστη, ελπίδα και αγάπη». Επίσης, παραδεχόμαστε στο Porto Alegre ότι οι διαιρέσεις που έγιναν μεταξύ Χριστιανών εξ αιτίας των δογμάτων δεν ήταν οικονομία Θεού για να απομακρυνθή η αίρεση από την Εκκλησία, αλλά είναι «ανθρώπινες διαιρέσεις» που πρέπει να διορθωθούν.
Πηγή: 9th Assembly of WCC, Assembly Documents, Text on ecclesiology: Called to be the One Church, 5.
«Βεβαιώνουμε ότι η αποστολική πίστις της Εκκλησίας είναι μία, καθώς το Σώμα του Χριστού είναι ένα· εντούτοις ενδέχεται να υπάρχουν νόμιμα διαφορετικές διατυπώσεις της πίστεως της Εκκλησίας [...] Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν διαφορετικές εκκλησιολογικές αφετηρίες και μία ποικιλία απόψεων περί της σχέσεως της Εκκλησίας προς τις εκκλησίες [...] Κάποιες άλλες διαφορές διαιρούν την Εκκλησία· αυτές πρέπει να ξεπερασθούν δια των χαρισμάτων του Πνεύματος, της πίστεως, της ελπίδος και της αγάπης, έτσι ώστε ο χωρισμός και η απομόνωσις να μη έχουν τον τελικό λόγο [...] Ο Θεός καλεί τον λαό του εν αγάπη να επανεύρη τον δρόμο προς την πλήρη κοινωνία».
 «We affirm that the apostolic faith of the Church is one, as the body of Christ is one. Yet there may legitimately be different formulations of the faith of the Church. [...] We acknowledge that there are different ecclesiological starting points, and a range of views on the relation of the Church to the churches. [...] Other differences divide the Church; these must be overcome through the Spirit's gifts of faith, hope, and love so that separation and exclusion do not have the last word. [...] God calls his people in love to discernment and renewal on the way to the fullness of koinonia».
Η.
        Παραδεχόμαστε, ότι κάθε είδους βάπτισμα είτε γίνεται σε ύδωρ είτε όχι (όπως π.χ. σε ποικίλες προτεσταντικές παραφυάδες), ενώνει με τον Χριστό και ενώνει και τις ομολογίες μεταξύ τους, ακόμη κι αν η μια δεν παραδέχεται την άλλη ως Εκκλησία. Ουσιαστικώς, βέβαια, παραδεχόμαστε το κύρος του «βαπτίσματος» των αιρετικών. Επαναλαμβάνεται και πάλι, ότι η (αόρατη) «Εκκλησία» είναι ευρύτερη από κάθε μία «εκκλησία-μέλος» του Π.Σ.Ε. ξεχωριστά, επομένως και η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι «στενώτερη» από την δήθεν «αληθή» σύμφωνα με το Π.Σ.Ε. «Εκκλησία». 
Πηγή: 9th Assembly of WCC, Assembly Documents, Text on ecclesiology: Called to be the One Church, 8-9.
«Όλοι όσοι έχουν βαπτισθή εν Χριστώ είναι ενωμένοι με τον Χριστό στο Σώμα Του: "συνετάφημεν ουν αυτώ δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον, ίνα ώσπερ ηγέρθη Χριστός εκ νεκρών δια της δόξης του πατρός, ούτως και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν" (Ρωμ. 6, 4). [...] Το Βάπτισμα που ενώνει με τον Χριστό καλεί τις εκκλησίες να είναι ανοικτές και τίμιες μεταξύ τους, ακόμη και όταν αυτό είναι δύσκολο. [...] Υπάρχουν κάποιοι που δεν αναγνωρίζουν τον τύπο του Βαπτίσματος στο ύδωρ, αλλά μετέχουν της πνευματικής εμπειρίας της εν Χριστώ ζωής. [...] Το ότι όλοι μας ανήκουμε στον Χριστό δια του Βαπτίσματος εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, καθιστά ικανές και καλεί τις εκκλησίες να συμπορεύωνται, έστω και αν ευρίσκωνται σε ασυμφωνία. [...] Εν τη Χάριτι του Θεού το Βάπτισμα φανερώνει την πραγματικότητα ότι ανήκουμε εις αλλήλους, παρότι μερικές εκκλησίες δεν μπορούν να αναγνωρίσουν τους άλλους ως Εκκλησία με την πλήρη σημασία του όρου. Ξαναθυμίζουμε την διακήρυξι του Τορόντο, στην οποία οι εκκλησίες-μέλη βεβαιώνουν ότι "το να είναι κανείς μέλος της Εκκλησίας του Χριστού είναι κάτι πιο περιεκτικό από το να είναι μέλος της ίδιας της εκκλησιαστικής του ομάδος"».
«All who have been baptised into Christ are united with Christ in his body: "Therefore we have been buried with him by baptism into death, so that, just as Christ was raised from the dead by the glory of the Father, so we too might walk in newness of life" (Rom. 6:4). [...] Baptism into union with Christ calls churches to be open and honest with one another, even when doing so is difficult: [...] There are some who do not observe the rite of baptism in water but share in the spiritual experience of life in Christ. Our common belonging to Christ through baptism in the name of the Father and of the Son and of the Holy Spirit enables and calls churches to walk together, even when they are in disagreement. [...]  In God's grace, baptism manifests the reality that we belong to one another, even though some churches are not yet able to recognise others as Church in the full sense of the word. We recall the words of the Toronto Statement, in which the member churches of the WCC affirm that "the membership of the church of Christ is more inclusive than the membership of their own church body. »
Θ.
       Ενώ το κείμενο του Porto Alegre παραδέχεται σε προηγούμενα σημεία, ότι είμαστε ήδη «καθολικοί» (πλήρεις και ολόκληροι) αοράτως ενωνώμενοι παρά την ποικιλία των διαφορετικών δογμάτων (!!!), (βλ. την εδώ παράγραφο Ε' του κειμένου τούτου) τώρα διαπιστώνει ότι είμαστε δεσμευμένοι να προχωρήσουμε και στην ορατή ενότητα, βάσει της αποστολικής Πίστεως.
        Όμως, η  ενότης εν τη αποστολική Πίστει, πώς εννοείται; πώς θα ερμηνευθή η αποστολική Πίστις: (α) δια του προτεσταντικού «βιβλικισμού», ότι η Αγία Γραφή ερμηνεύεται καθ΄ εαυτήν (sola scriptura) ή (β) δια της ορθοδόξου ερμηνευτικής, δηλαδή βάσει του θεόθεν φωτισμού των Αγίων Πατέρων (κατά το «υπό Πνεύματος Αγίου φερόμενοι ελάλησαν άγιοι Θεού άνθρωποι;» (Β΄ Πέτρου 1, 21));
Πηγή: 9th Assembly of WCC, Assembly Documents, Text on ecclesiology: Called to be the One Church, 2.
«Οι εκκλησίες που μετέχουν στο Π.Σ.Ε. παραμένουν δεσμευμένες η μία προς την άλλη να βαδίσουν προς την πλήρη ορατή ενότητα. Αυτή η δέσμευσις είναι δώρο του παναγάθου Κυρίου μας. Η ενότης είναι θείο δώρο και κλήσις. Οι εκκλησίες μας έχουν βεβαιώσει ότι η ενότης, για την οποία προσευχόμεθα, ελπίζουμε και εργαζόμεθα, είναι "μία κοινωνία δεδομένη και εκπεφρασμένη εν τη κοινή ομολογία της αποστολικής πίστεως· μία κοινή μυστηριακή ζωή που αρχίζει με το ένα Βάπτισμα και ιερουργείται ομού στην μία ευχαριστιακή κοινότητα· μία κοινή ζωή, στην οποία τα μέλη και τα ιερατεία αμοιβαίως αναγνωρίζονται και καταλλάσσονται [...] Μία τέτοια κοινωνία πρέπει να εκφράζεται σε κάθε τόπο, και μέσω σχέσεων καταλλαγής μεταξύ των εκκλησιών σε διαφόρους τόπους. [...] Έχουμε ακόμη πολλή δουλειά καθώς μαζί ζητούμε να κατανοήσουμε την σημασία της ενότητος και της καθολικότητος, και πόσο σημαντικό είναι το Βάπτισμα».
 «Churches in the fellowship of the WCC remain committed to one another on the way towards full visible unity. This commitment is a gift from our gracious Lord. Unity is both a divine gift and calling. Our churches have affirmed that the unity for which we pray, hope, and work is "a koinonia given and expressed in the common confession of the apostolic faith; a common sacramental life entered by the one baptism and celebrated together in one eucharistic fellowship; a common life in which members and ministries are mutually recognised and reconciled; [...] Such koinonia is to be expressed in each place, and through a conciliar relationship of churches in different places. We have much work ahead of us as together we seek to understand the meaning of unity and catholicity, and the significance of baptism».

Ι. 
      Παραδεχόμαστε την πρόταση, η «κοινή προσευχή»=συμπροσευχή να τελείται, ως ανταλλαγή εμπειριών μεταξύ των «εκκλησιών» και ότι μπορεί να είναι αυτός ένας τρόπος να παρακαμφθούν οι απαγορεύσεις των Κανόνων (= να «εκφρασθούν με ελευθερία οι παραδόσεις»).
         Για μια ακόμη φορά παραδεχόμαστε, ότι από μόνοι μας δεν είμαστε πλήρεις, δεν είμαστε ενωμένοι, άρα χρειαζόμαστε τους Προστεστάντες («οι Χριστιανοί δεν βιώνουν ακόμη την πλήρη ενότητά τους»), ενώ η (εκτός του Π.Σ.Ε.) πραγματικώς ορθόδοξη αλήθεια είναι, ότι οι (αληθείς Χριστιανοί) είμαστε ενωμένοι μέσα στην Ορθόδοξο Εκκλησία· οι εκτός Εκκλησίας απλώς δεν είναι Χριστιανοί.
        Πλήν τούτων, η αποδοχή τελέσεως «ομολογιακών κοινών προσευχών» σημαίνει ότι στο πλαίσιο του Π.Σ.Ε. ενδεχομένως να τελούνται «ιερουργίες» και από γυναίκες ή ομοφυλοφίλους κληρικούς «κατά τον τρόπο που την κατανοεί και την τελεί  η [συγκεκριμένη] Εκκλησία»· και αυτό, με την έγκριση των Ορθοδόξων που υπέγραψαν τα κείμενα του Πόρτο Αλέγκρε.
Πηγή: 9th Assembly of WCC, Assembly Documents, Final report of the Special Commission on Orthodox Participation in the WCC, 42).
«Προτείνεται μία σαφής διάκρισις μεταξύ "ομολογιακής" και "διομολογιακής" κοινής προσευχής στις συγκεντρώσεις του Π.Σ.Ε. "Ομολογιακή κοινή προσευχή" είναι η προσευχή μιας ομολογίας, μιας κοινότητος ή μιας ομάδος μέσα στην ομολογία. [...] Επιτελείται και έχει προεστώτα σύμφωνα με τον τρόπο που την κατανοεί και την τελεί η [συγκεκριμένη] εκκλησία. Η «διομολογιακή κοινή προσευχή» συνήθως προετοιμάζεται για ειδικά οικουμενικά γεγονότα. Αποτελεί μία ευκαιρία για μια κοινή τελετή, χρησιμοποιώντας στοιχεία από τον πλούτο μιας ποικιλίας παραδόσεων. Μία τέτοια προσευχή έχει τις ρίζες της στην μέχρι τώρα εμπειρία της οικουμενικής κοινότητος, καθώς και σ' αυτό που κερδίζουν οι εκκλησίες από την μεταξύ τους ανταλλαγή εμπειριών. [...] Όταν κατανοηθή και εφαρμοσθή κατάλληλα, η διάκρισις αυτή μπορεί να καταστήση ελεύθερες τις παραδόσεις να εκφρασθούν είτε με πιστότητα στην ιδιαιτερότητά τους είτε συνδυάζοντας παραδόσεις, εφ' όσον είναι αληθές ότι οι Χριστιανοί δεν βιώνουν ακόμη την πλήρη ενότητά τους [...]».
«... A clear distinction is proposed between "confessional" and "interconfessional" common prayer at WCC gatherings. "Confessional common prayer" is the prayer of a confession, a communion, or a denomination within a confession. Its ecclesial identity is clear. It is offered as a gift to the gathered community by a particular delegation of the participants, even as it invites all to enter into the spirit of prayer. It is conducted and presided over in accordance with its own understanding and practice. "Interconfessional common prayer" is usually prepared for specific ecumenical events. It is an opportunity to celebrate together drawing from the resources of a variety of traditions. Such prayer is rooted in the past experience of the ecumenical community as well as in the gifts of the member churches to each other. [...]  Properly understood and applied, this distinction can free the traditions to express themselves either in their own integrity or in combination, all the while being true to the fact that Christians do not yet experience full unity together, and that the ecumenical bodies in which they participate are not themselves churches».
ΙΑ.
       Δεν γίνεται πουθενά λόγος μέσα στα κείμενα του Porto Alegre καν έστω για την προοπτική να επιστρέψουν οι Προτεστάντες στην αρχαία Εκκλησία των επτά πρώτων Οικουμενικών Συνόδων, όπως θα ήταν εύλογο για τους Προτεστάντες, οι οποίοι αποκόπηκαν από τον παπισμό πριν πέντε αιώνες ζητώντας την «πρώτη εκκλησία» (Early Church, Urkirche).
       Τονίζεται η κοινή κλήσις (άρα και η ισότης) των μελών του Π.Σ.Ε. δηλαδή Ορθοδόξων, Προτεσταντών και Αντιχαλκηδονίων («Oriental Orthodox»).
Πηγή: 9th Assembly of WCC, Assembly Documents, Towards a Common Understanding and Vision of the World Council of Churches, 3.1).
«Κάθε συζήτησις του Π.Σ.Ε. περί αυτοσυνειδησίας του πρέπει να αρχίζη από την καταστατική Βάσι, επί της οποίας το Π.Σ.Ε. έχει θεμελιωθή και επί της οποίας όλες οι εκκλησίες-μέλη έχουν συμφωνήσει: "Το Π.Σ.Ε. είναι μία κοινωνία (fellowship) εκκλησιών, οι οποίες ομολογούν τον Κύριο Ιησού Χριστό ως Θεό και Σωτήρα, σύμφωνα με τις Γραφές, και αναζητούν να φέρουν εις πέρας την κοινή τους κλήσι για την δόξα του ενός Θεού, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος"».
«Any discussion of the WCC's self-understanding must begin with the constitutional Basis on which the WCC is founded, with which all member churches express agreement: "The World Council of Churches is a fellowship of churches which confess the Lord Jesus Christ as God and Saviour according to the Scriptures and therefore seek to fulfil together their common calling to the glory of the one God, Father, Son and Holy Spirit"»
ΙΒ.
        Παραδεχόμαστε ότι μπορούμε ως «εκκλησίες-μέλη του Π.Σ.Ε.»  να αντιμετωπίζουμε διαφορετικά τα θέματα της ανθρώπινης σεξουαλικότητας (π.χ. ομοφυλοφιλία, ελεύθερη συμβίωση) και να προσεγγίζουμε ως «αδελφοί» αυτούς που λόγω ασυνήθους σεξουαλικότητας «αισθάνονται αποξενωμένοι και αποκλεισμένοι από την κοινωνία τους και την εκκλησιαστική τους κοινότητα».
       Tούτο, εννοούμενο στη συνάφειά του σημαίνει αποδοχή της «ευρείας διαφορετικότητας» των μελών του Π.Σ.Ε. και στον τρόπο αντιμετωπίσως των σαρκικών παθών, χωρίς τη θεραπεία των παθών αυτών με την «ορθόδοξη ψυχοθεραπεία», δηλαδή με τη μετάνοια. Προφανώς η ευαγγελική ηθική είναι, κατά το κείμενο τούτο, ρευστή ή ανύπαρκτη.
Πηγή: 9th Assembly of WCC, Assembly Documents, Churches' response to human sexuality.
(εισηγητικό κείμενο υπο-επιτροπής, το οποίο κατατέθηκε προς έγκριση στη Γενική Συνέλευση)
«Το να επικεντρωθούμε στον κύριο όγκο των τοποθετήσεων και να παραγάγουμε επίσημες δηλώσεις, είναι προφανώς αναποτελεσματικό και βαθαίνει τα ρήγματα μέσα στις εκκλησίες και μεταξύ αυτών· υπάρχει ανάγκη να δοθή οικουμενικός χώρος για συνάντησι, ανάλυσι, διάλογο και επιμόρφωσι στην κατεύθυνσι μιας εφικτής και ποιμαντικής προσεγγίσεως των υπ' όψιν θεμάτων ... Ως παγκόσμια κοινωνία (fellowship) εκκλησιών το Π.Σ.Ε. βρίσκεται στην μοναδική θέσι να εμπλέκη εκκλησίες-μέλη που κρατούν διαφορετικές απόψεις και τοποθετήσεις για την ανθρώπινη σεξουαλικότητα ... Κατ' αυτόν τον τρόπο το Συμβούλιο φέρνει τις εκκλησίες σε ζωντανή επικοινωνία γι' αυτό το ούτως ή άλλως δυνητικά διχαστικό ζήτημα και προσφέρει το παγκόσμιο οικουμενικό βήμα του για υπεύθυνη συζήτησι ... Εμπλεκόμενο σε αυτό το θέμα το Π.Σ.Ε. γίνεται μία κοινωνία (fellowship) εκκλησιών με μία βαθύτερη έννοια - παρουσιάζεται σαν αδελφός και αδελφή ("fellow") σε αυτούς που έτσι και αλλοιώς αισθάνονται αποξενωμένοι και αποκλεισμένοι από την κοινωνία τους και την εκκλησιαστική τους κοινότητα».
«To concentrate on the mainstreaming of positions and the production of authoritative statements is obviously counterproductive and deepens the rifts within and among churches; there is a need for ecumenical spaces for encounter, analysis, dialogue and education following an enabling and pastoral approach to the issues at stake; ... As a global fellowship of churches the WCC is in a unique situation to engage member churches holding different views and positions on human sexuality... In this way the Council brings churches into living contacts with each other on this otherwise potentially dividing issue and offers the global ecumenical platform to deal with it responsibly... Through involvement in this issue the WCC is becoming a fellowship of churches in a deeper sense - it is being seen as a brother and sister ("fellow") to those who are otherwise feeling alienated and excluded from their fellowship and ecclesial community».
ΙΓ.
       Παραδεχόμαστε, ότι η θεολογία της Εκκλησίας μας «δεν ξεπερνά τα όρια της δικής μας εμπειρίας και δεν μπορεί να παρακολουθήση το εύρος του Θεού για την αποκατάσταση του κόσμου» και ακόμη «ότι η σωτηρία εξαρτάται από το Θεό και μόνο». Δεν αρκεί, λοιπόν, η πρακτική φιλοξενία και φιλανθρωπία προς τους ετεροθρήσκους, αλλά πρέπει και η «θεολογία μας να γίνει φιλόξενη» στους ετεροθρήσκους (αυτό άνευ ... διευκρινίσεων) · μήπως εννοείται η αθώωση των θρησκευτικών πλανών των άλλων θρησκειών;
        Επίσης, η γνωστή «ανεκτικότητα» ("tolerance") εννοείται στο σχετικό κείμενο του Porto Alegre όχι υγιώς (αν το διερευνήσει κανείς προσεκτικά), δηλαδή όχι ότι αφίνουμε τους ετεροθρήσκους στο έλεος του Θεού και συμπεριφερόμεθα σε αυτούς ως ανθρώπους ομοιοπαθείς με μας, που έχουν ανάγκη σωτηρίας, αλλ' υπό την έννοια ότι δεν μπορούμε να κάνουμε δηλώσεις σαν αυτήν του Κυρίου «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται» (Κατά Μάρκον 16, 16), ούτε να διευκρινίζει η Εκκλησία ποιο φρόνημα πίστεως  είναι σωτήριο και ποιο δεν είναι.
        Είναι πασιφανής η υποτίμηση της ορθοδόξου θεολογίας και η θεώρησή της ως ανθρωπίνου κατασκευάσματος  και όχι ως εξ αποκαλύψεως αληθείας.
Πηγή: 9th Assembly of WCC, Assembly Documents, Religious plurality and Christian self-understanding, 44-47.
«Οι θρησκευτικές παραδόσεις της ανθρωπότητος, στην μεγάλη τους διαφορετικότητα, είναι "πορείες" και "προσκυνηματικά ταξίδια" για ανθρώπινη καταξίωσι της αναζητήσεως του πληρώματος της αληθείας περί της υπάρξεώς μας. [...] Αν και μπορεί να είμαστε "ξένοι" μεταξύ μας, υπάρχουν στιγμές που οι δρόμοι μας διασταυρώνονται στο σημείο που λέγεται κλήσις για "θρησκευτική φιλοξενία". Τόσο η προσωπική μας πείρα σήμερα όσο και ιστορικές στιγμές του παρελθόντος μαρτυρούν για το γεγονός ότι τέτοια φιλοξενία είναι δυνατή και γίνεται ενίοτε. Μία εκτεταμένη τέτοια φιλοξενία εξαρτάται από μία θεολογία φιλόξενη στον «άλλον» [...] στην καρδιά της χριστιανικής πίστεως βρίσκεται μία φιλόξενη διάθεσις, που αγκαλιάζει τους «άλλους» στην διαφορετικότητά τους. Είναι αυτό το πνεύμα που χρειάζεται για να εμπνεύση την θεολογία των θρησκειών σε ένα κόσμο που χρειάζεται ίασι και καταλλαγή... [...] ...Τα πεπερασμένα ανθρώπινα όρια και οι περιορισμένες δυνατότητες της γλώσσης καθιστούν αδύνατη κάθε κοινότητα να εξαντλήση το μυστήριο της σωτηρίας που προσφέρει ο Θεός στην ανθρωπότητα. Όλες οι θεολογικές μας αντιλήψεις σε τελική ανάλυσι δεν ξεπερνούν τα όρια της δικής μας εμπειρίας και δεν μπορούν να παρακολουθήσουν το εύρος του έργου του Θεού για την αποκατάστασι του κόσμου. Αυτή η ταπείνωσις μάς κάνει να λέμε ότι η σωτηρία εξαρτάται από τον Θεό και μόνο. Δεν είναι ιδιοκτησία μας η σωτηρία· μετέχουμε σε αυτήν. Δεν προσφέρουμε την σωτηρία· μαρτυρούμε γι' αυτήν. Δεν αποφασίζουμε ποιος θα σωθή· αυτό το αφήνουμε στην πρόνοια του Θεού. Η σωτηρία μας είναι μία αιώνια «φιλοξενία», στην οποία μάς έχει περιλάβει ο Θεός. Ο Θεός είναι ο "οικοδεσπότης" της σωτηρίας».
«The religious traditions of humankind, in their great diversity, are "journeys" or "pilgrimages" towards human fulfillment in search for the truth about our existence. Even though we may be "strangers" to each other, there are moments in which our paths intersect that call for "religious hospitality". Both our personal experiences today and historical moments in the past witness to the fact that such hospitality is possible and does take place in small ways. Extending such hospitality is dependant on a theology that is hospitable to the "other". [...] at the heart of the Christian faith lies an attitude of hospitality that embraces the "other" in their otherness. It is this spirit that needs to inspire the theology of religions in a world that needs healing and reconciliation [...] human limitations and limitations of language make it impossible for any community to have exhausted the mystery of the salvation God offers to humankind. All our theological reflections in the last analysis are limited by our own experience and cannot hope to deal with the scope of God's work of mending the world. It is this humility that enables us to say that salvation belongs to God, God only. We do not possess salvation; we participate in it. We do not offer salvation; we witness to it. We do not decide who would be saved; we leave it to the providence of God. For our own salvation is an everlasting "hospitality" that God has extended to us. It is God who is the "host" of salvation. 
ΙΔ.
       Παραδεχόμαστε, ότι «χαιρόμαστε μαζί για την ενότητα, αλλά και την διαφορότητά μας». Πώς μπορούμε να χαιρόμαστε για την αποξένωση των αιρετικών από την σωστική αλήθεια της Ορθοδοξίας;
        Λείπει, επίσης, οποιαδήποτε αναφορά στη μεταμόρφωση του κόσμου από την οπτική της Ορθοδόξου Εκκλησίας, μολονότι θέμα της Συνελεύσεως του Porto Alegre, ήταν «Θεέ, εν τη χάριτί σου, μεταμόρφωσον τον κόσμον».
Πηγή: Χρυστάλλα Καλογήρου, Η 9η Γενική Συνέλευση του Π.Σ.Ε.: Το μήνυμά της, Περιοδ. «ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ» (Κύπρος), σελ. 376-380 (μάλλον έτους 2006 η 2007).
«Αδελφοί και Αδελφές, χαίρετε εν Κυρίω. Μαζευτήκαμε στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας, ως αντιπρόσωποι των Εκκλησιών από όλες τις περιοχές του κόσμου... Έχουμε κληθεί εδώ για να συμμετάσχουμε σε μία a festa da vida, μια γιορτή της ζωής. Προσευχόμαστε, μελετάμε τις Γραφές, αγωνιζόμαστε και χαιρόμαστε μαζί για την ενότητα, αλλά και την διαφορότητά μας...».
(ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ)
http://www.impantokratoros.gr/B46B3299.el.aspx