Σάββατο, 14 Αυγούστου 2010

ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥΜΕΛΑ


Παναγία Σουμελά

Στο Βέρμιο και στην Παναγία Σουμελά στρέφονται αυτές τις ημέρες τα φώτα της πολιτικής επικαιρότητας στο χώρο της Βόρειας Ελλάδας, καθώς εκεί θα γιορταστεί μεθαύριο με επισημότητα και λαμπρότητα ο Δεκαπενταύγουστος και η γιορτή της Παναγίας (φωτογραφία αρχείου). Στον ιερό ναό της Παναγίας Σουμελά έχουν προσκληθεί να παραστούν εκπρόσωποι της πολιτικής και εκκλησιαστικής ηγεσίας της χώρας, οι τοπικές αρχές, εκπρόσωποι ποντιακών συλλόγων και σωματείων, ενώ μεγάλο αναμένεται να είναι και φέτος το πλήθος των απλών προσκυνητών, ένας σημαντικός αριθμός των οποίων συνηθίζει να κατασκηνώνει από την προηγούμενη ημέρα στις πλαγιές του βουνού.

Στις εκδηλώσεις την κυβέρνηση θα εκπροσωπήσει ο υφυπουργός Υποδομών, Γιάννης Μαγκριώτης, τη ΝΔ ο τομεάρχης Υποδομών, Μιχάλης Χαλκίδης, και το ΛΑΟΣ ο πρόεδρος του κόμματος, Γιώργος Καρατζαφέρης, ενώ στη δοξολογία θα παραβρεθούν και πολλοί αυτοδιοικητικοί, μεταξύ των οποίων και ο υποψήφιος δήμαρχος Θεσσαλονίκης, Κώστας Γκιουλέκας, και ο δημοτικός σύμβουλος Θεσσαλονίκης Μπάμπης Μπαρμπουνάκης. Η θεία λειτουργία θα τελεστεί από τον ηγούμενο της μονής, ενώ θα ακολουθήσουν στον περίβολο του ναού, υπό την υπόκρουση της ποντιακής λύρας, οι καθιερωμένοι χοροί από μέλη ποντιακών σωματείων με παραδοσιακές φορεσιές.


Η παράδοση
Το ιστορικό μοναστήρι της Παναγιάς των Ποντίων ιδρύθηκε στα τέλη του 4ου αιώνα (380 - 386 μ.Χ.) στο όρος Μελά της Τραπεζούντας, από τους Αθηναίους μοναχούς Βαρνάβα και Σωφρόνιο, που κατόρθωσαν να χτίσουν την εκκλησία της Σουμελιώτισσας, σκαλιστή στην κατωφέρεια του βουνού, σε υψόμετρο 1.063 μέτρων.
Σύμφωνα με τη θρησκευτική παράδοση, η ιστορική εικόνα της Παναγίας των Ποντίων φιλοτεχνήθηκε από τον ίδιο τον ευαγγελιστή Λουκά. Εγινε τους πρώτους αιώνες γνωστή ως «Αθηνιώτισσα» και μεταφέρθηκε από τους αγγέλους στο ιστορικό μοναστήρι, όπου παρέμεινε σε περίοπτη θέση μέσα στην κόχη, που γύρω της χτίστηκε το καθολικό της μονής. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας το μοναστήρι εγκαταλείφθηκε και η πρώτη ενέργεια για να επιστραφούν τα κειμήλια έγινε οκτώ χρόνια αργότερα.